Αρχείο για Δεκεμβρίου 14, 2006

Χριστουγεννιάτικη ιστορία !

Είπα να κάνω μία βόλτα στον “Γούγλη” προσπαθώντας να δω πως την βλέπουν γενικά τα ελληνικά μπλογκάκια ή σελίδες όλη αυτή την κατάσταση των Χριστουγέννων.
Δε μπορώ να πω πως απογοητεύτηκα, αλλά αυτό που αντίκρυσα ήταν μία “μαυρίλα”…
Πολύ χώσιμο ρε αδερφέ ,εν όψει εορτών. Άλλος σπάζεται με την κίνηση, άλλος με το δάνειο που πρέπει να πάρει για να αντεπεξέλθει, άλλος γιατί για ακόμη μια φορά θα δουλεύει την ώρα που οι υπόλοιποι θα ετοιμάζονται για μπουζούκια κλπ κλπ κλπ…
Αντίστοιχα εκνευριστικός και ο τόνος των ιστοσελίδων που σχετίζονται άμεσα και έμμεσα με τις παραδόσεις, τη θρησκεία κλπ. Πολύ χαλαρή και όμορφη κατάσταση που πάλι δε λέει… Λες και οι εν λόγω τζντλεμάνοι ζουν κάπου αλλού και όχι στο Ελλάντα.
Τι να πει κανείς..

Και εκεί που πλέον είχα απογοητευτεί και ήμουν έτοιμος να κλείσω τον ΗΥ και να ξαναγυρίσω στα περί του ΑΣΕΠ, είπα να κάνω μία βόλτα στο σπουδαστήσριο του Νέου Ελληνισμού μπας και βρω κάτι το ενδοιάμεσο (από την κατάθλιψη και την ανυπόφορη ευεξία), και κόλλησα πραγματικά με το παρακάτω ποίημα του Μιχάλη Γκανά, ενός από τους πιο αξιόλογους της γεννιάς μας.
Σε μια πρώτη ματιά θα το χαρακτηρίζατε “Καρυωτακικό”… Ίσως και να ναι…
Όμως μη βιαστείτε ,απλά ξαναδιαβάστε το. Η ουσία των Χριστουγέννων στον 21ο αι. μΧ απορρέει μέσα από αυτούς τους στίχους!

………………………………………………………………………………………………………………..
Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.

Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.

Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα…

(από το Γυάλινα Γιάννενα, Καστανιώτης 1989)

Το σχόλιο σας »