
Το αλκοόλ είναι η απάντηση,
αλλά έχω ξεχάσει την ερώτηση…
~~~~~~~~~~~
ώστε θέλεις να γίνεις συγγραφέας;
αν δεν ξεχύνεται από μέσα σου
ενάντια σ’ όλα τ’ άλλα,
μην το κάνεις.
αν δεν έρχεται, χωρίς καν να το ‘χεις ζητήσει, από την
καρδιά σου και το μυαλό σου και το στόμα σου
και τα σπλάχνα σου,
μην το κάνεις.
αν χρειάζεται να κάτσεις για ώρες
κοιτάζοντας την οθόνη του υπολογιστή σου
ή να καμπουριάζεις πάνω από τη
γραφομηχανή σου
ψάχνοντας για τις λέξεις,
μην το κάνεις.
αν το κάνεις για τα λεφτά ή
τη δόξα,
μην το κάνεις.
αν το κάνεις γιατί θέλεις
γυναίκες στο κρεβάτι σου,
μην το κάνεις.
αν χρειάζεται να κάθεσαι και
να γράφεις ξανά και ξανά τα ίδια,
μην το κάνεις.
αν σου είναι δύσκολο και μόνο να σκέφτεσαι ότι θα το κάνεις,
μην το κάνεις.
αν προσπαθείς να γράψεις σαν κάποιον
άλλο,
καλύτερα ξέχνα το.
αν χρειάζεται να περιμένεις μέχρι να ουρλιάξει από
μέσα σου,
τότε περίμενε υπομονετικά.
κι αν δεν ουρλιάξει ποτέ από μέσα σου,
κάνε κάτι άλλο.
αν πρέπει πρώτα να το διαβάσεις στη γυναίκα σου
ή στη φιλενάδα ή στον φίλο σου
ή στους γονείς σου ή σε οποιονδήποτε,
τότε δεν είσαι έτοιμος.
μην είσαι σαν τόσους άλλους συγγραφείς,
μην είσαι σαν τόσες άλλες χιλιάδες
ανθρώπους που αυτοαποκαλούνται συγγραφείς,
μην είσαι πληκτικός και βαρετός και
ξιπασμένος, μην κατατρώγεσαι από την αυτο-
λατρεία σου.
οι βιβλιοθήκες του κόσμου
χασμουριούνται
από τη νύστα
μπροστά στο είδος σου.
μην προσθέτεις σε αυτό.
μην το κάνεις.
αν δεν βγαίνει από
την ψυχή σου σαν ρουκέτα,
αν το να μείνεις ήσυχος δεν
σε φέρνει στην τρέλα ή
την αυτοκτονία ή τον φόνο,
μην το κάνεις.
αν ο μέσα σου ήλιος
δεν σου καίει τα σπλάχνα,
μην το κάνεις.
όταν θα ‘ναι στ’ αλήθεια η ώρα,
και αν είσαι ο εκλεκτός,
θα συμβεί από
μόνο του και θα συνεχίσει να συμβαίνει
μέχρι που θα πεθάνεις ή που θα πεθάνει μέσα σου
αυτό.
δεν υπάρχει άλλο τρόπος.
και ποτέ δεν υπήρξε.
~~~~~~~~
Άγγιξα την άκρη τ’ ουρανού
Μα βούτηξα στη θάλασσα κι ονειρεύτηκα
Κύλησα στην όχθη του γιαλού
ποια καταστροφή και πάλι ερωτεύτηκα;
Έπιασα στεριά κι άγγιξα όρια
Διάτρηση ελπίδας είναι η διάγνωση
Γέμισα με σκέψεις και εφόδια
Και άρχισα αλλιώς να κάνω ανάγνωση
Έντυσα βυθό τ’ άδειο δωμάτιο
Και έβαψα τους τοίχους με μια δύση
έφτιαξα στον ήλιο ένα απάγκιο
κι είπα άλλη μια μέρα έχω ζήσει
Μοιάζει η ζωή μου με παραίσθηση
Δεν ξέρω πώς να δέσω αυτό το μείγμα
Ψάχνω δουλειά κανονική για έκτη αίσθηση
Είναι αλήθεια αυτό που ζω ή ένα δείγμα;
Οι σημειώσεις μιας ακατάστατης φυγής
Σε άλλους δρόμους μ’ έχουν βρει και σ’ άλλη πόλη
είναι τα φώτα που τη δείχνουν φιλική;
ή είναι τα μάτια μου θολά απο αλκοόλη;
Μα είναι όμορφο να ψάχνεις ένα όνειρο
Κι ας είναι ανώριμο να γράφεις διαδόσεις
Εγώ έχω μάθει από παιδί να κάνω εμπόριο
Να γλύφω πάντα τις πληγές μου στις ενώσεις
Μετά από χρόνια ίσως να έχω τρελαθεί
Ίσως και να έχω παντρευτεί με τη σιωπή μου
Κι έτσι απλά ν’ αρχίσουν όλα απ’ την αρχή
Σε ποιο ποτάμι θα με βγάλει η βροχή μου;
Θα βάλω πάλι τα καλά μου και θα πιω
Από ποτήρι ραγισμένο τη χαρά μου
και σ’ ένα άσπρο άλογο θα ανεβώ
για να πετάξω μακριά απ’ τα όνειρά μου
Γιατί μεγάλωσα στους δρόμους σαν παρόρμηση
μικρό παιδί σε καθετί που λαχταρούσα
γιατί αμφισβήτησα τη σίγουρη εξόρμηση
ένας μποέμ που στην υγεία του θα μεθούσα.