Καθισμένος μέσα στην βαθιά, μπορντό, ξεφτισμένη από τον χρόνο μα εξίσου αγαπημένη όπως την πρώτη στιγμή, πολυθρόνα του, κοιτούσε την ζωή στην άλλη πλευρά. Κοιτούσε μέσα από το παράθυρο τους ανθρώπους να περνούν, τα παιδιά να παίζουν, έβλεπε τα ποτήρια με τα δροσερά νερά και τα κρασιά να πηγαινοέρχονται καθώς φίλοι τα πίνουν και συζητούν. Πόσο θα ήθελε να είναι στην άλλη πλευρά, μέσα στα δέντρα και την ευλογία να σε αγαπούν. Παρατηρούσε συχνά τους άλλους και την ζωή τους ήθελε να είναι μέρος της ζωής τους. Να τρέχει και αυτός μαζί τους, ή να γελά μαζί τους, ακόμα και να δυστυχεί μαζί τους. Θα ήταν μια ζωή γεμάτη, μια ζωή με φως αλλά και σκοτάδια, με γέλια μα και με κλάματα. Θα ήταν ΖΩΗ. Και όμως καθόταν σε αυτή την βαθιά, μπορντό, ξεφτισμένη από τον χρόνο μα εξίσου αγαπημένη όπως την πρώτη στιγμή, πολυθρόνα του απλώς κοιτώντας την άλλη πλευρά. Πόσο ήθελε να σηκωθεί και να πάει, πόσο ήθελε να σηκωθεί και να τρέξει, να τρέξει μέσα στην ζωή, μέσα στα όνειρα, μέσα σε αγκαλιές, φωνές, προβλήματα μα και χαρά της άλλης πλευράς. Δυστυχώς για αυτόν ήταν από καιρό απαγορευμένη η άλλη πλευρά.
Ένα βράδυ, φίλησε γλυκά το παράθυρο που του έδινε τόσες εικόνες να βλέπει, έφτιαξε έναν ωραίο κόμπο και κρεμάστηκε.





























