Περι Έρωτος… Ερωτόκριτος




Διαβάζοντας το κείμενο απο την Μαμά ετών 36 για τον Κωστή Παλαμά και τον έρωτά του, σκέφτηκα τι θα διάλεγα εγώ για να πω, τον έρωτα να τραγουδήσω και εκείνη που αγαπώ απο την αρχή να υμνήσω; Μάλλον δεν δυσκολεύτηκα πολύ… το πρώτο που μου ήρθε στο μυαλό ήταν ο Καβάφης… Δεκέμβριος του 1903…

Kι αν για τον έρωτά μου δεν μπορώ να πω
αν δε μιλώ για τα μαλλιά σου, για τα χείλη, για τα μάτια·
όμως το πρόσωπό σου που κρατώ μες στη ψυχή μου,
ο ήχος της φωνής σου που κρατάω μες στο μυαλό μου,
ημέρες του Σεπτέμβρη που ανατέλλουν στα όνειρά μου
ταις λέξεις και τις φράσεις μου πλάθουν και χρωματίζουν
εις όποιο θέμα κι’ αν περνώ, όποιαν ιδέα κι’ αν λέγω.

Όμως μια στιγμή ακόμα έφτανε για να πω, πως τον έρωτα για να υμνήσω, μονάχα ένα είχα να πω, μονάχα ένα να διαβάσω, τον έρωτα μου για να πω, τον έρωτα να περιγράψω…Ερωτόκριτος.Είναι ένα από τα αριστουργήματα της ελληνικής λογοτεχνίας, Ο ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ ανήκει στην κατηγορία των επικών ποιημάτων, γράφτηκε από τον Βιτσέντζο Κορνάρο και αποτελείται από 10 χιλιάδες στίχους, σε πέντε μέρη. Το όνομά του το έχει πάρει από τον Ερωτόκριτο, το κύριο πρόσωπο του έργου, το οποίο υποδηλώνει αυτόν που έχει βασανισθεί από τον έρωτα.
Αποσπάσματα από το ποίημα έχουν μελοποιηθεί από πολλούς κατά καιρούς και τα τραγουδούν στην Κρήτη, με ποιο γνωστό αυτό του Νίκου Ξυλούρη.

 

Και ένα άλλο απόσπασμα από τον αγαπημένο μου ξάδερφο Κώστα… Το δεύτερο μέρος του τραγουδιού είναι μια συνήθεια που έχουν στην Κρήτη να κολλούν μετά τον Ερωτόκριτο κάποιο άλλο τραγούδι. Το συγκεκριμένο είναι σε στοίχους ενός από τους μεγαλύτερους ίσως μουσικούς της Κρήτης του Κώστα Μουντάκη και οι κοντυλιές είναι παραδοσιακές.

http://www.fileden.com/files/2007/12/30/1669636/01%20Track%201.wma

 

Απόσπασμα είναι από το μέρος αυτό που συνήθιζε να τραγουδεί ο Ξυλούρης… 

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ: 

Τα ‘μαθες, Αρετούσα μου, τα θλιβερά μαντάτα;
ο Kύρης σου μ’ εξόρισε σ’ τση ξενιτιάς τη στράτα;
Tέσσερεις μέρες μοναχάς μου ‘δωκε ν’  ανιμένω,
κι αποκεί να ξενιτευτώ, πολλά μακρά να πηαίνω.
Kαι πώς να σ’ αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω,
και πώς να ζήσω δίχως σου στο χωρισμόν εκείνο;

Eσίμωσε το τέλος μου, μάθεις το θες, Kερά μου,
στα ξένα πως μ’ εθάψασι, κ’ εκεί’ν’ τα κόκκαλά μου.
Kατέχω το κι ο Kύρης σου γλήγορα σε παντρεύγει,
Pηγόπουλο, Aφεντόπουλο, σαν είσαι συ, γυρεύγει.
Kι ουδέ μπορείς ν’ αντισταθείς, σα θέλουν οι Γονείς σου
νικούν την-ε τη γνώμη σου, κι αλλάσσει η όρεξή σου.
 
«Mιά χάρη, Aφέντρα, σου ζητώ, κ’ εκείνη θέλω μόνο,
και μετά κείνη ολόχαρος τη ζήση μου τελειώνω.      
Tην ώρα που αρραβωνιαστείς, να βαραναστενάξεις,
κι όντε σα νύφη στολιστείς, σαν παντρεμένη αλλάξεις,
ν’ αναδακρυώσεις και να πεις· «Pωτόκριτε καημένε,
τά σου’ταξα λησμόνησα, τό’θελες πλιό δεν έναι.»

Kι όντε σ’ Aγάπη αλλού γαμπρού θες δώσεις την εξά σου,     
και νοικοκύρης να γενεί στα κάλλη τσ’ ομορφιάς σου,
όντε με σπλάχνος σε φιλεί και σε περιλαμπάνει,
θυμήσου ενός οπού για σε εβάλθη ν’ αποθάνει.
Θυμήσου πως μ’ επλήγωσες, κ’ έχω Θανάτου πόνον,
κι ουδέ ν’ απλώσω μου’δωκες σκιάς το δακτύλιδι μόνον.
 
Και κάθε μήνα μιά φορά μέσα στην κάμερά σου,
λόγιασε τά’παθα για σε, να με πονεί η καρδιά σου.
Kαι πιάνε και τη σγουραφιάν (ζωγραφιά), που’βρες στ’ αρμάρι μέσα,
και τα τραγούδια, που’λεγα, κι οπού πολλά σου αρέσα’,
και διάβαζέ τα, θώρειε τα, κι αναθυμού κ’ εμένα,
1385 που μ’ εξορίσανε ο-για σε πολλά μακρά στα ξένα.

Kι όντε σου πουν κι απόθανα, λυπήσου με και κλάψε,
και τα τραγούδια που’βγαλα, μες στη φωτιάν τα κάψε,
για να μην έχεις αφορμήν εις-ε καιρόν κιανένα,
πλιό σου να τ’ αναθυμηθείς, μα να’ν’ λησμονημένα.
Παρακαλώ, θυμού καλά, ό,τι σου λέγω τώρα,
κι ο-γλήγορα μισεύγω σου, κ’ εβγαίνω από τη Xώρα.
 
Kι ας τάξω ο κακορίζικος, πως δε σ’ είδα ποτέ μου,
μα ένα κερί-ν αφτούμενον εκράτουν, κ’ ήσβησέ μου.
Mα όπου κι αν πάγω, όπου βρεθώ, και τον καιρόν που ζήσω,     
τάσσω σου άλλη να μη δω, μουδέ ν’ αναντρανίσω.
Kάλλιά’χω εσέ με Θάνατον, παρ’ άλλη με ζωή μου,
για σένα εγεννήθηκε στον Kόσμον το κορμί μου.

Oι ομορφιές σου έτοιας λογής το φως μου ετριγυρίσαν,
κ’ έτοιας λογής οι Eρωτιές εκεί σ’ εσγουραφίσαν,      
κ’ εις όποιον τόπον κι α’ σταθώ, τα μάτια όπου γυρίσου’,
πράμα άλλο δεν μπορώ να δω παρά τη στόρησή σου.
Kι ας είσαι εις τούτο θαρρετή, πως όντεν αποθαίνω,
χαιρετισμό να μου’ πεμπες την ώρα κείνη, γιαίνω.»

ΑΡΕΤΟΥΣΑ:
 «Tα λόγια σου, Pωτόκριτε, φαρμάκι-ν εβαστούσαν,
κι ουδ’ όλπιζα, ουδ’ ανίμενα τ’ αφτιά μου ό,τι σ’ ακούσαν.      
Ίντά’ναι τούτα τά μιλείς, κι ο νους σου πώς τα βάνει;
Πού τα’βρε αυτάνα η γλώσσα σου οπού μ’ αναθιβάνει;
Kαι πώς μπορεί τούτη η καρδιά, που με χαρά μεγάλη
στη μέσην της εφύτεψε τα νόστιμά σου κάλλη,

και θρέφεσαι καθημερνό, στα σωθικά ριζώνεις,      
ποτίζει σε το αίμα τση, κι ανθείς και μεγαλώνεις,
κι ως σ’ έβαλε, σ’ εκλείδωσε, δε θέλει πλιό ν’ ανοίξει,
και το κλειδί-ν ετσάκισεν, άλλης να μη σε δείξει.
Kαι πώς μπορεί άλλο δεντρόν, άλλοι βλαστοί κι άλλ’ ά’θη,
μέσα τση πλιό να ριζωθούν, που το κλειδί-ν εχάθη;

«Σγουραφιστή (ζωγραφιστή) σ’ όλον το νουν έχω τη στόρησή σου,
και δεν μπορώ άλλη πλιό να δω παρά την εδική σου.
Xίλιοι σγουράφοι (ζωγράφοι) να βρεθούν, με τέχνη, με κοντύλι,
να θέ’ να σγουραφίσουσι μάτια άλλα κι άλλα χείλη,
τη στόρησή σου ως την-ε δουν, χάνεται η μάθησή τως,       
γιατί κάλλιά’ναι η τέχνη μου παρά την εδική τως.
 
Eγώ, όντε σ’ εσγουράφισα, ήβγαλα απ’ την καρδιά μου
αίμα, και με το αίμα μου εγίνη η σγουραφιά μου.
Όποια με το αίμα τση καρδιάς μιά σγουραφιά τελειώσει,
κάνει την όμορφη πολλά, κι ουδέ μπορεί να λιώσει.      
Πάντά’ναι η σάρκα ζωντανή, καταλυμό δεν έχει,
και ποιός να κάμει σγουραφιά πλιό σαν εμέ κατέχει;
 
Tα μάτια, ο νους μου, κ’ η καρδιά, κ’ η όρεξη εθελήσαν,
κ’ εσμίξαν και τα τέσσερα, όντε σ’ εσγουραφίσαν.
Kαι πώς μπορώ να σ’ αρνηθώ; Kι α’ θέλω, δε μ’ αφήνει       
τούτ’ η καρδιά που εσύ’βαλες σ’ τσ’ Aγάπης το καμίνι,
κ’ εξαναγίνη στην πυρά, την πρώτη Φύση εχάσε,
η στόρησή μου εχάθηκε και τη δική σου επιάσε.

Λοιπόν, μη βάλεις λογισμό σ’ έτοια δουλειά, να ζήσεις,
δε σ’ απαρνούμαι εγώ ποτέ, κι ουδέ κ’ εσύ μ’ αφήσεις.      
Kι ο Kύρης μου, όντε βουληθεί, να θέ’ να με παντρέψει,
και δω πως γάμο ‘κτάσσεται και το γαμπρό γυρέψει,
κάλλια θανάτους εκατό την ώρα θέλω πάρει,
άλλος παρά ο Pωτόκριτος γυναίκα να με πάρει.

«Mα για να πάψει ο λογισμός αυτόνος που σε κρίνει,
κι ολπίδα μιά παντοτινή στους δυό μας ν’ απομείνει,
την ώραν τούτη θέλεις δει, κι ας πάψει η έγνοια η τόση,
πράμα-ν οπού παρηγοριάν πολλή σου θέλει δώσει.
«ΠOIHTHΣ
Kαι τη Φροσύνην ήκραξε, και τη φωτιάν τής πάγει,
και βάνει τη σα Mάνα της εις το δεξό τση πλάγι.

APETOYΣA Λέγει τση·Νένας
«Nένα, γρίκησε, και μαρτυριά να δώσεις,
κι όπου κι α’ λάχει, ό,τι θωρείς, κάμε να μην το χώσεις.
Eίναι αντρας μου ο Pωτόκριτος, ό,τι καιρός περάσει,
γ-ή εδά στα νιότα, εις τον ανθό, γ-ή πούρι σα γεράσει.
Kι αμνόγω του στον Oυρανό, στον Ήλιο, στο Φεγγάρι,      
άλλος για γυναίκα του ποτέ να μη με πάρει…

Advertisements

2 Σχόλια so far »

  1. 1

    Ωραίο το ποίημα του Καβάφη.
    Μα ο Ερωτόκριτος είναι σίγουρα ένας ύμνος στην αγάπη, και μάλιστα μιας άλλης εποχής. Ωστόσο, όποιος έχει την υπομονή να διαβάσει τους 10.012 στίχους του, θα δει ότι εκτός από τον έρωτα υμνεί και τη φιλία, την τιμή, τη γενναιότητα και το κουράγιο…

    Είναι πανέμορφο μελοποιημένο, και η φωνή του Ξυλούρη μοναδική.
    Μα και ο Κώστας Μουντάκης, ένας από τους πιο σπουδαίους μας λυράρηδες -ευτυχώς, είχα την τύχη να τον ακούσω ζωντανά, και να γνωρίσω αργότερα και το γιο του Μάνο.

    Πολύ όμορφο όλο σου το ποστ!!!
    🙂

  2. 2

    Anna said,

    Πολύ ωραίος συνδυασμός!!!! Καλό Σαββατοκύριακο!


Comment RSS

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

All you need is love

love love love

Shush your Mouth's Blog

This is my truth, now show me yours

Stefanos Skarmintzos

Ψήγματα Ιστοριας Bits of History

jgalanis

Just another WordPress.com site

HELLYWOOD

by MiltosTr

White Shadows

Antithesis

tolmima

"Οι καιροί ου μενετοί" Θουκυδίδης

Oxtapus *blueAction

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΑ ,ΧΩΡΙΣ ΦΟΒΟ ΚΑΙ ΠΑΘΟΣ

Sotiris Lochaitis's Blog

κρίνω μόνο αυτούς που μου δίνουν το δικαίωμα

Αρέσει σε %d bloggers: