Στιβ Τζομπς: «Πεινασμένος για ζωή, πεινασμένος για δημιουργία» ή «η ξεδιάντροπη αγιοποίηση ενός αδίστακτου καπιταλιστή»?


Ο Στήβεν Πωλ Τζομπς (Steven Paul Jobs, γενν. 24 Φεβρουαρίου 1955) είναι μια από τις πιο γνωστές προσωπικότητες στον χώρο της τεχνολογίας, ένας εκ των δύο συνιδρυτών, πρώην πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλός της Apple και πρώην πρόεδρος της Pixar (μέχρις ότου εξαγοράστηκε από τη Disney, στης οποίας το Διοικητικό Συμβούλιο διατηρεί θέση και της οποίας είναι ο μεγαλύτερος μέτοχος). Έχει χαρακτηριστεί ως οραματιστής στον χώρο των υπολογιστών και πολλές ιδέες του άλλαξαν των τρόπο που οι καταναλωτές χρησιμοποιούν την ψηφιακή τεχνολογία. Ήταν από τους πρώτους που συνέλαβαν την ιδέα του οικιακού προσωπικού υπολογιστή. Η ομιλία που ακολουθεί θα μπορούσε να είναι όλη του η βιογραφία, μέσα από τρεις ομιλίες. Δόθηκε σε αποφοίτους του Πανεπιστημίου του Στάνφορντ πριν έξι χρόνια και αξίζει να διαβαστεί…

ΓΙΑ ΝΑ ΣΑΣ ΠΩ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ, αυτό είναι το πλησιέστερο που έχω φτάσει ποτέ σε τελετή αποφοίτησης. Είναι τιμή μου που είμαι μαζί σας σήμερα στην αποφοίτησή σας από ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια στον κόσμο. Σήμερα, θέλω να σας πω τρεις ιστορίες από τη ζωή μου. Αυτό, όλο κι όλο. Τίποτα σπουδαίο. Απλώς τρεις ιστορίες.

Η ΠΡΩΤΗ ΕΧΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΜΕ ΤΟ ΠΩΣ ΕΝΩΝΕΙΣ ΣΗΜΕΙΑ. Εγώ εγκατέλειψα τις σπουδές μου στο Κολέγιο Reed τους πρώτους 6 μήνες, αλλά παρέμεινα εκεί ως drop-in (σ.σ.: που είναι ο φοιτητής ο οποίος αντί για 4 χρόνια, επιλέγει να σπουδάσει μόνο για 2 χρόνια στο πανεπιστήμιο) για άλλους 18 μήνες, οπότε και τα παράτησα οριστικά. Γιατί το έκανα αυτό, λοιπόν;

ΟΛΑ ΑΡΧΙΣΑΝ ΠΡΟΤΟΥ ΚΑΝ ΓΕΝΝΗΘΩ. Η βιολογική μου μητέρα ήταν πολύ νέα, ανύπαντρη φοιτήτρια, και αποφάσισε να με δώσει για υιοθεσία. Πίστευε πολύ βαθιά ότι θα έπρεπε να υιοθετηθώ από απόφοιτους πανεπιστημίου, από μορφωμένους ανθρώπους δηλαδή, και έτσι όλα είχαν κανονιστεί ώστε μόλις γεννιόμουν να με υιοθετούσαν ένας δικηγόρος και η γυναίκα του. Μόνο που, μόλις βγήκα από τη κοιλιά της μητέρας μου, οι δύο αυτοί άνθρωποι αποφάσισαν την τελευταία στιγμή ότι ήθελαν κορίτσι. Έτσι, λοιπόν, οι σημερινοί μου γονείς, οι οποίοι ήσαν σε λίστα αναμονής τότε, έλαβαν ένα τηλεφώνημα στη μέση της νύχτας και άκουσαν κάποιον να τους λέει: «Έχουμε, αναπάντεχα, ένα νεογέννητο αγόρι. Το θέλετε;». Και είπαν: «Βεβαίως».

Η ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ ΜΟΥ ΜΗΤΕΡΑ ανακάλυψε αργότερα ότι η θετή μου μητέρα ποτέ δεν είχε αποφοιτήσει από κανένα πανεπιστήμιο, και ότι ο θετός μου πατέρας δεν είχε αποφοιτήσει καν από γυμνάσιο. Έτσι, αρνήθηκε να υπογράψει τα έγγραφα στα οποία χρειαζόταν η συμφωνία της ώστε να οριστικοποιηθεί η υιοθεσία μου. Υποχώρησε, όμως, λίγους μήνες αργότερα, όταν οι θετοί μου γονείς υποσχέθηκαν ότι κάποια μέρα θα με έστελναν σε πανεπιστήμιο. Να μορφωθώ.

ΠΡΑΓΜΑΤΙ, 17 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ, ΠΗΓΑ ΓΙΑ ΣΠΟΥΔΕΣ ΣΕ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ. Αλλά πολύ αφελώς, επέλεξα ένα πανεπιστήμιο το οποίο ήταν σχεδόν όσο ακριβό είναι και το Στάνφορντ, και έτσι όλες οι οικονομίες των σκληρά εργαζομένων γονιών μου ξοδεύονταν για τα δίδακτρά μου. Έπειτα από 6 μήνες, όμως, δεν είχα ειλικρινή απάντηση στο ερώτημα εάν άξιζε τον κόπο οι γονείς μου να ξοδεύουν τόσα χρήματα για να σπουδάζω εγώ. Δεν έβλεπα να είχε αξία αυτή η επένδυσή τους.

ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΙΔΕΑ ΤΙ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΚΑΝΩ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ. Και δεν είχα ιδέα εάν η πανεπιστημιακή ζωή θα με βοηθούσε να βρω την απάντηση. Κι όμως, ήμουν εκεί, και σπούδαζα, ξοδεύοντας όλα τα χρήματα που οι γονείς μου είχαν εξοικονομήσει ολόκληρη ζωή. Έτσι, λοιπόν, πήρα μια μέρα την απόφαση να εγκαταλείψω τις σπουδές, πιστεύοντας ειλικρινά ότι όλα θα τακτοποιηθούν και ότι θα βρω τελικά το δρόμο μου. Ήταν σχεδόν τρομακτικό, τότε, αυτό που έκανα, αλλά καθώς κοιτάζω πίσω τώρα, νομίζω πως ήταν μία από τις καλύτερες αποφάσεις που πήρα ποτέ. Τη στιγμή που εγκατέλειψα το κανονικό πρόγραμμα σπουδών, σταμάτησα να παρακολουθώ τα υποχρεωτικά μαθήματα που δεν με ενδιέφεραν και άρχισα να πηγαίνω σ’ εκείνα που μου φαίνονταν πιο ενδιαφέροντα. Κατ’ επιλογήν.

ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΟΛΑ ΩΡΑΙΑ, ΕΥΚΟΛΑ ΚΑΙ ΡΟΜΑΝΤΙΚΑ ΤΟΤΕ. Δεν είχα δικό μου δωμάτιο στη φοιτητική εστία, κοιμόμουν στο πάτωμα των δωματίων μερικών φίλων μου, πήγαινα σε σουπερμάρκετ και τους επέστρεφα γυάλινες μπουκάλες Κόκα Κόλα και έπαιρνα 5 σεντς τη μία και αγόραζα κάτι να φάω, και περπατούσα 7 μίλια από τη μία άκρη της πόλης στην άλλη κάθε Κυριακή βράδυ για να πάρω δωρεάν ένα πιάτο καλό φαγητό που μοίραζαν σε κάποιο ναό των Χάρε Κρίσνα. Κι όμως, τα λάτρευα όλ’ αυτά.

ΚΑΙ ΟΣΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΑΝΑΚΑΛΥΨΑ ΤΥΧΑΙΑ, ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΔΙΑΙΣΘΗΣΗ ΜΟΥ, ΑΡΓΟΤΕΡΑ ΑΠΟΔΕΙΧΤΗΚΑΝ ΑΝΕΚΤΙΜΗΤΑ. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα: Το Κολέγιο Reed, εκείνον τον καιρό, διέθετε την πιο καλή σχολή καλλιγραφίας σε όλη τη χώρα. Σε όλη τη πανεπιστημιούπολη, κάθε αφίσα, κάθε ταμπέλα σε κάθε ντουλάπα ή συρτάρι καθηγητή, λέκτορα ή φοιτητή ήταν γραμμένη στο χέρι με την πιο όμορφη καλλιγραφία. Εγώ, επειδή είχα παραιτηθεί από το κανονικό πρόγραμμα σπουδών και έτσι δεν ήμουν αναγκασμένος να παρακολουθώ τα υποχρεωτικά μαθήματα, αποφάσισα να πάρω το μάθημα της καλλιγραφίας και να μάθω και εγώ να γράφω έτσι ωραία.

ΕΜΑΘΑ, ΛΟΙΠΟΝ, ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣΕΙΡΕΣ serif και san serif, έμαθα να τροποποιώ το διάστημα μεταξύ διαφόρων συνδυασμών γραμμάτων και έμαθα τι είναι εκείνο που κάνει τη σπουδαία τυπογραφία πραγματικά σπουδαία. Ηταν υπέροχο, ήταν ιστορικό, ήταν καλλιτεχνικά διακριτικό με τρόπο που καμιά επιστήμη δεν μπορεί να συλλάβει, και εγώ το έβρισκα τόσο, μα τόσο συναρπαστικό.

ΤΙΠΟΤΑ ΑΠ’ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΒΕΒΑΙΑ ΚΑΜΙΑ ΕΛΠΙΔΑ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ. Αλλά δέκα χρόνια αργότερα, όταν σχεδιάζαμε τον πρώτο υπολογιστή Macintosh, όλα όσα έμαθα στο μάθημα της καλλιγραφίας μού ξανάρθαν πάλι. Και τα ενσωματώσαμε όλα στο Mac. Ηταν το πρώτο κομπιούτερ με πραγματικά υπέροχη τυπογραφία. Έτσι, εάν δεν είχα παρατήσει εκείνον τον κύκλο υποχρεωτικών μαθημάτων στο πρώτο έτος του πανεπιστημίου, το Mac δεν θα είχε ποτέ ούτε τις πολλαπλές γραμματοσειρές ούτε και τα fonts με αναλογικά διαστήματα.

ΚΑΙ ΜΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑ WINDOWS ΑΠΛΩΣ ΑΝΤΕΓΡΑΨΑΝ ΤΑ MAC, είναι πολύ πιθανό, σήμερα που σας μιλάω, κανένα PC να μην είχε αυτές τις εφαρμογές. Εάν δεν είχα παρατήσει τότε τα υποχρεωτικά μαθήματα, δεν θα πήγαινα ποτέ σ’ αυτές τις τάξεις καλλιγραφίας και οι προσωπικοί υπολογιστές μπορεί να μην είχαν την υπέροχη τυπογραφία που έχουν σήμερα.

ΒΕΒΑΙΩΣ, ΗΤΑΝ ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΔΩ ΤΟΣΟ ΜΑΚΡΙΑ ΟΤΑΝ ΣΠΟΥΔΑΖΑ τότε στο πανεπιστήμιο και να συνδέσω τα σημεία. Αλλά δέκα χρόνια μετά, κοιτώντας πίσω, ήταν πλέον πολύ σαφές. Πάλι, δεν μπορείς να συνδέσεις τα σημεία κοιτώντας εμπρός. Μπορείς να το κάνεις μόνο εάν κοιτάξεις πίσω εκ των υστέρων. Έτσι, πρέπει να έχεις εμπιστοσύνη ότι τα σημεία αυτά (ή, τα σημάδια, αν θέλετε), με κάποιον τρόπο, στο μέλλον θα ενωθούν. Πρέπει σε κάτι να έχεις πίστη. Στη διαίσθησή σου, στη μοίρα σου, στη ζωή, στο κάρμα, σε οτιδήποτε. Αυτή η προσέγγιση δεν με πρόδωσε ποτέ, και έχει κάνει όλη τη διαφορά στη ζωή μου.

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΩΛΕΙΑ. Ήμουν τυχερός – πολύ νωρίς ανακάλυψα τι ήθελα να κάνω στη ζωή. Ο Woz κι εγώ ξεκινήσαμε την Apple στο γκαράζ του σπιτιού των δικών μου, όταν εγώ ήμουν 20 χρόνων. Δουλέψαμε σκληρά και σε 10 χρόνια η Apple είχε αναπτυχθεί από μια δουλειά που την κάνανε δύο άνθρωποι μέσα σε ένα γκαράζ σπιτιού σε μια εταιρεία αξίας 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων με περισσότερους από 4.000 υπαλλήλους.

ΕΙΧΑΜΕ ΜΟΛΙΣ ΒΓΑΛΕΙ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ την καλύτερή μας δημιουργία -το Macintosh- έναν χρόνο νωρίτερα, κι εγώ μόλις είχα γίνει 30 ετών. Και τότε, με απέλυσαν. Πώς μπορείς να απολυθείς από μία εταιρεία που ξεκίνησες και έστησες εσύ; Ε, καθώς η Apple μεγάλωνε, προσλάβαμε κάποιον που εγώ νόμιζα ότι ήταν ταλαντούχος για να διοικεί την εταιρεία μαζί μου. Και για τον πρώτο σχεδόν χρόνο, τα πράγματα πήγαιναν καλά. Αλλά τότε, τα οράματα και τα σχέδιά μας για το μέλλον άρχισαν να αποκλίνουν, και τελικά είχαμε μία «έκρηξη», έναν μεγάλο καβγά μεταξύ μας. Όταν συνέβη αυτό, το διοικητικό συμβούλιο τάχθηκε με το μέρος αυτού του ανθρώπου που εμείς είχαμε προσλάβει για να μας ξαλαφρώσει στη διοίκηση της εταιρείας.

ΕΤΣΙ ΛΟΙΠΟΝ, ΣΤΑ 30 ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ, ΜΕ ΠΕΤΑΞΑΝ ΕΞΩ. Και μάλιστα με τον πιο «δημόσιο», πιο ταπεινωτικό τρόπο. Ο,τι ήταν έως τότε το επίκεντρο της ενήλικης ζωής μου, γκρεμίστηκε. Και αυτό για μένα ήταν ολέθριο, καταστροφικό.

ΓΙΑ ΜΕΡΙΚΟΥΣ ΜΗΝΕΣ ΜΕΤΑ ΔΕΝ ΗΞΕΡΑ ΤΙ ΝΑ ΚΑΝΩ. Πίστευα πως είχα απογοητεύσει φοβερά όλη την προηγούμενη γενιά των επιχειρηματιών – ότι μου έπεσε η σκυτάλη τη στιγμή που μου την έδιναν για να συνεχίσω.

ΣΥΝΑΝΤΗΘΗΚΑ με τον David Packard και τον Bob Noyce και προσπάθησα να απολογηθώ και να τους εξηγήσω γιατί τα είχα κάνει τόσο σκατά. Σκέφτηκα ακόμα να φύγω εντελώς από την Σίλικον Βάλεϊ και να εξαφανιστώ από προσώπου γης.

ΑΛΛΑ ΚΑΤΙ ΑΡΧΙΣΕ ΣΙΓΑ ΣΙΓΑ ΝΑ ΡΙΧΝΕΙ ΛΙΓΟ ΦΩΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ. Αυτό το «κάτι» ήταν ότι αγαπούσα πολύ αυτό που έκανα. Όσα είχαν συμβεί στην Apple, δεν είχαν καν αγγίξει, για μένα, αυτό το «κάτι». Είχα γευτεί την απόρριψη, αλλά ήμουν ακόμα ερωτευμένος.

ΚΑΙ ΕΤΣΙ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΑ ΝΑ ΞΕΚΙΝΗΣΩ ΠΑΛΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΡΧΗ. Δεν το έβλεπα τότε, αλλά αποδείχτηκε ότι η απόλυσή μου από την Apple ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να μου είχε συμβεί. Το βάρος του να είσαι επιτυχημένος αντικαταστάθηκε από την ελαφράδα του να μπορείς και πάλι να είσαι πρωτάρης και να έχεις για όλα λιγότερη σιγουριά. Η απόλυσή μου με απελευθέρωσε και με βοήθησε να περάσω σε μία από τις πιο δημιουργικές περιόδους της ζωής μου.

ΣΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ, ίδρυσα μια νέα εταιρεία, την NeXT, και ακόμα μία, την Pixar, και ερωτεύτηκα μια καταπληκτική γυναίκα που έμελλε να γίνει και σύζυγός μου. Η Pixar παρήγαγε την πρώτη στον κόσμο ταινία κινουμένων σχεδίων «φτιαγμένων» εξ ολοκλήρου στο κομπιούτερ, το «Toy Story», και είναι σήμερα το πιο επιτυχημένο στούντιο για παραγωγή τέτοιων ταινιών στον κόσμο.

ΕΠΙΣΗΣ, ΣΕ ΜΙΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ, η Apple εξαγόρασε την NeXT, εγώ επέστρεψα στην Apple και η τεχνολογία που αναπτύξαμε στην NeXT είναι σήμερα στην καρδιά της αναγέννησης της Apple. Και, μαζί με όλα αυτά, η Lauren και εγώ έχουμε μαζί μια θαυμάσια οικογένεια.

ΕΙΜΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΣΙΓΟΥΡΟΣ ΟΤΙ ΤΙΠΟΤΑ ΑΠΟ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΧΕ ΣΥΜΒΕΙ ΕΑΝ ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΑΠΟΛΥΘΕΙ ΑΠΟ ΤΗΝ APPLE. Ηταν ένα φάρμακο με απαίσια γεύση, αλλά νομίζω πως τελικά ο ασθενής το χρειαζότανε. Μερικές φορές η ζωή σε χτυπάει στο κεφάλι με ένα τούβλο. Μη χάνετε την πίστη σας. Είμαι πεπεισμένος ότι το μόνο πράγμα που με κράτησε όρθιο ήταν ότι αγαπούσα πολύ αυτό που έκανα.

ΠΡΕΠΕΙ ΛΟΙΠΟΝ ΚΑΙ ΕΣΕΙΣ ΝΑ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΤΕ ΤΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ. Και αυτό αφορά και τη δουλειά που θα κάνετε, και τον σύντροφο που θα επιλέξετε στη ζωή σας. Η εργασία θα γεμίσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής σας, και ο μόνος τρόπος για να είστε πραγματικά ικανοποιημένοι είναι να κάνετε αυτό που εσείς πιστεύετε ότι είναι μια σπουδαία δουλειά. Και ο μόνος τρόπος για να κάνει κάποιος μια σπουδαία δουλειά είναι να την αγαπήσει. Εάν δεν την έχετε ανακαλύψει ακόμα, μην απογοητευθείτε. Συνεχίστε να ψάχνετε. Μην επαναπαυτείτε. Μην συμβιβαστείτε.

ΟΠΩΣ ΟΛΑ ΤΑ «ΘΕΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ», όταν το ανακαλύψετε, θα το αισθανθείτε, θα καταλάβετε ότι «αυτό είναι». Και θα δείτε τότε ότι, όπως κάθε σπουδαία σχέση, έτσι και αυτή, όσο θα περνούν τα χρόνια, θα γίνεται όλο και καλύτερη. Έτσι λοιπόν, συνεχίστε να ψάχνετε έως ότου βρείτε αυτό το «κάτι» που θα ξέρετε ότι είναι το «δικό σας». Μην επαναπαυτείτε.

Η ΤΡΙΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΧΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΜΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ. Όταν ήμουν 17 ετών, διάβασα μια ρήση που έλεγε: «Εάν ζήσεις κάθε μέρα ωσάν να ήταν η τελευταία σου, κάποια μέρα είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα δικαιωθείς». Μου έκανε εντύπωση αυτή η ρήση, και έκτοτε, για τα τελευταία 33 χρόνια, κάθε πρωί κοιτάζομαι στον καθρέφτη και ρωτώ τον εαυτό μου: «Εάν η σημερινή μέρα ήταν η τελευταία της ζωής σου, θα ήθελα να κάνω αυτό που ετοιμάζομαι να κάνω σήμερα;». Και όποτε η απάντηση ήταν «όχι» για σειρά ημερών, ήξερα αμέσως ότι κάτι έπρεπε να αλλάξω.

ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ ότι «σύντομα θα πεθάνεις», βρήκα το πιο χρήσιμο εργαλείο ώστε να παίρνω τις σημαντικότερες αποφάσεις στη ζωή μου. Διότι σχεδόν όλα τα πράγματα -όλες οι εξωτερικές προσδοκίες, όλες οι υπερηφάνειες, όλοι οι φόβοι και οι όλες οι ντροπές για πιθανή αποτυχία- όλα αυτά απλώς γκρεμίζονται, εξαφανίζονται όταν βλέπεις μπροστά σου το θάνατο και μένουν μόνο εκείνα που είναι στ’ αλήθεια σημαντικά.

ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΟΝΤΑΣ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ ότι μια μέρα θα πεθάνεις, είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποφύγεις την παγίδα του να σκέφτεσαι συνεχώς αυτά που θα χάσεις εάν πάρεις την «άλφα» ή «βήτα» απόφαση. Θυμήσου ότι είσαι ήδη γυμνός. Δεν υπάρχει κανένας λόγος, λοιπόν, να μην ακολουθήσεις αυτό που σου ζητάει η καρδιά σου.

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΠΕΡΙΠΟΥ ΕΝΑΝ ΧΡΟΝΟ, μου ανακοίνωσαν οι γιατροί ότι έχω καρκίνο. Έκανα MRI (μαγνητική τομογραφία) στις 7.30 το πρωί και έδειξε ξεκάθαρα ότι είχα καρκίνο στο πάγκρεας. Τότε δεν ήξερα καν τι είναι το πάγκρεας. Οι γιατροί μου είπαν ότι ο καρκίνος που είχα εγώ εκεί ήταν σχεδόν αθεράπευτος και ότι θα έπρεπε να αρχίσω να συνηθίζω στην ιδέα ότι δεν μου έμενε περισσότερη ζωή από τριών έως εννέα μηνών. Ο προσωπικός μου γιατρός με συμβούλευσε να επιστρέψω στο σπίτι και να αρχίσω αμέσως να τακτοποιώ τις «προσωπικές» μου υποθέσεις, μία φράση που χρησιμοποιούν ως κλισέ οι γιατροί αντί να σου πουν «προετοιμάσου να πεθάνεις».

Η «ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ» είναι να προσπαθήσεις να πεις, σε ελάχιστους μήνες, στα παιδιά σου όσα νόμιζες ότι είχες άλλα τουλάχιστον δέκα χρόνια για να τους τα πεις. Είναι, επίσης, να μην αφήσεις πίσω σου, πεθαίνοντας, εκκρεμότητες που θα ταλαιπωρήσουν τους δικούς σου ανθρώπους που θα μείνουν πίσω. Σημαίνει, τέλος, αυτό το «τακτοποίηση προσωπικών υποθέσεων», να βρεις τον κατάλληλο χρόνο και τρόπο για να αποχαιρετίσεις τα αγαπημένα σου πρόσωπα.

ΖΟΥΣΑ ΜΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ. Το ίδιο βράδυ που ανακοίνωσαν οι γιατροί ότι είχα καρκίνο, μου έκαναν και βιοψία ενδοσκοπικά, μέσω του λαιμού μου, στο στομάχι και από εκεί στα έντερα, πέρασαν μία βελόνα στο πάγκρεας και πήραν μερικά κύτταρα από τον καρκίνο. Εγώ ήμουν σε καταστολή, αλλά η γυναίκα μου, που ήταν παρούσα, μου είπε ότι όταν είδαν οι γιατροί τα κύτταρα κάτω από ένα μικροσκόπιο, άρχισαν να κλαίνε, διότι αποδείχτηκε ότι είχα μια πολύ σπάνια μορφή καρκίνου του παγκρέατος που είναι θεραπεύσιμη με εγχείρηση. Σχεδόν όλες οι άλλες μορφές τέτοιου καρκίνου είναι καταδικασμένες. Έτσι, λοιπόν, με βάλανε στο χειρουργείο, και σήμερα είμαι μια χαρά.

ΑΥΤΟ ΗΤΑΝ ΤΟ ΚΟΝΤΙΝΟΤΕΡΟ ΠΟΥ ΕΧΩ ΦΤΑΣΕΙ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ. Και ελπίζω να είναι το κοντινότερο που θα φτάσω σε αυτόν για τις επόμενες δεκαετίες. Έχοντας ζήσει, λοιπόν, αυτήν την εμπειρία, νομίζω πως μπορώ, με μεγαλύτερη σιγουριά απ’ ό,τι όταν ο θάνατος ήταν για μένα απλώς μία «φιλοσοφική ιδέα», να πω ότι:

ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙ. Ακόμα και οι άνθρωποι που θέλουν να πάνε στον Παράδεισο, δεν θέλουν να πεθάνουν για να φτάσουν εκεί. Και όμως, ο θάνατος είναι ο προορισμός που όλοι μοιραζόμαστε. Κανείς, ποτέ, δεν έχει γλιτώσει από αυτόν. Ο Θάνατος είναι, ίσως, η καλύτερη ανακάλυψη της Ζωής. Και έτσι, μάλλον, πρέπει να είναι. Ο Θάνατος είναι ο ατζέντης, ο μεσίτης, που σε βοηθά να αλλάξεις τη Ζωή σου, προτού έρθει αυτός να σε πάρει. Ξεκαθαρίζει το παλιό, προετοιμάζοντας το έδαφος για να ‘ρθει το καινούργιο. Αυτή την στιγμή που σας μιλάω, το καινούργιο είστε εσείς. Αλλά κάποια μέρα, όχι πολύ μακρινή από τώρα, και εσείς θα εξελιχθείτε σιγά σιγά σε «παλιό», και θα… ξεκαθαριστείτε. Συγχωρήστε με που γίνομαι τόσο δραματικός, αλλά αυτή είναι η απλή αλήθεια.

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΣΑΣ ΕΙΝΑΙ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΟΣ. Μην τον σπαταλάτε, λοιπόν, ζώντας τη ζωή κάποιου άλλου ανθρώπου. Μην παγιδευτείτε από το δόγμα του να ζείτε από τα αγαθά της σκέψης ενός άλλου. Μην αφήστε το θόρυβο από την άποψη άλλων ανθρώπων να πνίξει την δική σας, εσωτερική φωνή. Και το πιο σημαντικό απ’ όλα, να έχετε πάντα το θάρρος να ακολουθείτε την καρδιά και το ένστικτό σας. Αυτά τα δύο, κάπως, πάντοτε, γνωρίζουν ήδη τι εσύ θέλεις πραγματικά να γίνεις. Είναι δευτερεύοντα.

ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΝΕΟΣ ΥΠΗΡΧΕ ΕΝΑ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΑ που είχε τίτλο “The Whole Earth Catalog” («Ο κατάλογος όλου του κόσμου»), που ήταν μία από τις βίβλους της δικής μου γενιάς. Τον είχε συντάξει ένας τύπος ονόματι Stewart Brand, που ζούσε όχι μακριά από εδώ, στο Menlo Park, και το ζωντάνεψε με το ποιητικό του άγγιγμα. Αυτό συνέβη στα τέλη της δεκαετίας του ‘60, πριν από τους προσωπικούς υπολογιστές και το desktop publishing. Όλα τυπώνονταν με τη χρήση γραφομηχανών, ψαλιδιού, και φωτογραφιών από μηχανές Polaroid. Ηταν, ας πούμε, σαν να ‘χαμε το Google σε έντυπη μορφή, 35 χρόνια πριν έρθει αυτό που ξέρουμε σήμερα σε ηλεκτρονική: ήταν ιδεαλιστικό και ξεχείλιζε από υπέροχες εφαρμογές και ιδέες.

Ο ΣΤΙΟΥΑΡΤ ΚΑΙ Η ΟΜΑΔΑ ΤΟΥ ΕΒΓΑΛΑΝ ΠΟΛΛΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ του «The Whole Earth Catalog», και τότε, όταν είχε κάνει τον κύκλο του, έβγαλαν και μία τελευταία έκδοση. Αυτό συνέβη στα μέσα της δεκαετίας του ‘70, και είχα τη δική σας ηλικία. Στο οπισθόφυλλο της τελευταίας αυτής έκδοσης υπήρχε μία φωτογραφία που απεικόνιζε το ξημέρωμα σε έναν επαρχιακό δρόμο, ένα δρόμο στον οποίο θα μπορούσατε να βρεθείτε και εσείς κάποια στιγμή, εάν είστε περιπετειώδεις τύποι, να κάνετε οτοστόπ. Κάτω από αυτήν τη φωτογραφία, υπήρχε μια λεζάντα με τα λόγια: “Stay hungry. Stay foolish”. Δηλαδή, «Μείνε πεινασμένος. Κάνε την τρέλα σου». Ήταν το αποχαιρετιστήριο μήνυμα της ομάδας του Στιούαρτ, καθώς υπέγραφαν την τελευταία τους έκδοση.

ΜΕΙΝΕ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟΣ. ΜΕΙΝΕ ΑΝΟΗΤΟΣ. Αυτό ευχόμουν και εγώ πάντοτε για τον εαυτό μου. Και τώρα, καθώς αποφοιτάτε για να αρχίσετε μια καινούρια ζωή, εύχομαι και για σας το ίδιο, ακριβώς, πράγμα: Μείνετε πεινασμένοι. Κάντε την τρέλα σας».

Πηγή: enet.gr

05/10/2011. Πέθανε ο Steve Jobs.

«H Apple έχασε μια δημιουργική μεγαλοφυία και ο κόσμος έχασε έναν καταπληκτικό άνθρωπο.
Όσοι από εμάς είχαμε την τύχη να γνωρίsουμε και να δουλέψουμε μαζί με τον Steve χάσαμε έναν αξιαγάπητο φίλο και έναν γεμάτο έμπνευση δάσκαλο. Ο Steve αφήνει πίσω του μια εταιρία που μόνο αυτός θα μπορούσε να ιδρύσει και το πνεύμα του θα είναι πάντα το θεμέλιο της Apple.», αναφέρεται στην αρχική σελίδα της Apple.
O Steve Jobs, συνιδρυτής της Apple, ο άνθρωπος που άλλαξε τον κόσμο της τεχνολογίας και το μυαλό πίσω από τα iphone και ipad, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 56 ετών, χάνοντας τη μάχη με το καρκίνο.

H ξεδιάντροπη αγιοποίηση ενός αδίστακτου καπιταλιστή

Ο θάνατος του ιδρυτή της Apple Στιβ Τζομπς (ενός εκ των πλουσιοτέρων ανθρώπων του πλανήτη) προκάλεσε ένα τσουνάμι προπαγανδιστικής, εμετικής αγιογραφίας σε όλα τα ΜΜΕ, ακόμα και στα λεγόμενα «προοδευτικά» (;) μπλογκς και σάιτς.

Φυσικά στην πρώτη γραμμή της ανακήρυξης του Τζομπ σε άγιο του καπιταλισμού βρέθηκαν οι… συναγωνιστές του στην ίδια τάξη των μεγαλοκαρχαριών: τη θλίψη του εξέφρασε ο ιδρυτής της Microsoft, Μπιλ Γκέιτς:

«Για όσους από εμάς ήμασταν τυχεροί να εργαστούμε μαζί του, ήταν μια τρομακτικά μεγάλη τιμή. Θα μου λείψει τρομερά ο Στιβ».[1]

Παρέλειψε, φυσικά, να συμπληρώσει «αλλά… ουδέν κακόν αμιγές καλού, ένας λιγότερος στον ανταγωνισμό της αγοράς»!

Ο ιδρυτής του Facebook και γνωστός φραγκοφονιάς, Μαρκ Ζούκερμπεργκ, δήλωσε (προφανώς) «κατασυγκινημένος»:

«Στιβ ευχαριστώ που υπήρξες μέντορας και φίλος. Ευχαριστώ γιατί έδειξες ότι αυτά που δημιούργησες μπορούσαν ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Θα μου λείψεις».

Ο δε Μπαράκ Ομπάμα εξέδωσε την ακόλουθη γραπτή δήλωση:

«Ο Στιβ ήταν ανάμεσα στους μεγαλύτερους Αμερικανούς οραματιστές -αρκετά θαρραλέος ώστε να σκέφτεται διαφορετικά, αρκετά τολμηρός ώστε να πιστεύει ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο και αρκετά ταλαντούχος ώστε να το κάνει».[2]

Η νεοφιλελεύθερη εκδοχή του καπιταλισμού δεν έφερε μόνο την εκτόξευση στη στρατόσφαιρα των κοινωνικών ανισοτήτων, τις συχνές οικονομικές κρίσεις που τσακίζουν τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων, τη βαρβαρότητα με τη μορφή ενός ανηλεούς κοινωνικού δαρβινισμού. Αναγκαίο συμπλήρωμα των παραπάνω είναι και η προπαγανδιστική, ιδεολογική εξύμνηση «των δυνάμεων της ελεύθερης αγοράς», που παρά τη συγκεκριμένη, υπαρκτή, δυστυχία που προσφέρει απλόχερα αποτελεί τη «μόνη οδό» -There Is No Alternative, όπως της άρεσε να επαναλαμβάνει η Μάργκαρετ Θάτσερ.

Επειδή ωστόσο αυτό το ιδεολόγημα (ο καπιταλισμός ως μονόδρομος) είναι κάπως καταθλιπτικό, οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του καπιταλισμού το συνόδευσαν με ένα αναγκαίο συμπλήρωμα: την ηρωοποίηση-αγιοποίηση αδίστακτων καπιταλιστικών καθαρμάτων του είδους των Τζόμπς, Γκέιτς και Ζούκερμπεργκ. Καθάρματα που τα ΜΜΕ παρουσιάζουν ως «οραματιστές» που μάλιστα «αλλάζουν τον κόσμο».

Μια δακρύβρεχτη αυτοπαρουσίαση-αυτοδιαφήμιση

Οι καπιταλιστές γνωρίζουν την τέχνη της αυτοπροβολής -δεν περιμένουν τα πάντα από τα τσιράκια τους, δημοσιογράφους και image makers. Στο tvxs διάβασα έναν κατάπτυστο λογύδριο του εκλιπόντος Στιβ Τζομπς στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ και για το οποίο το tvxs μας αποκαλύπτει ότι κατά τη διάρκειά του «οι περισσότεροι απόφοιτοι έκλαιγαν συνεχώς»![3]

Ο Τζομπς αρχίζει με μια τετριμμένη τεχνική:

Προκαλεί στο κοινό του μια αίσθηση τρυφερής, συναισθηματικής αμεσότητας, λέγοντάς τους ότι ήταν υιοθετημένο παιδί μιας και «η βιολογική μου μητέρα ήταν πολύ νέα, ανύπαντρη φοιτήτρια, και αποφάσισε να με δώσει για υιοθεσία».

Αλήθεια, «πραγματικά συγκινητικό», αλλά… έπεται και συνέχεια!

Αμέσως μετά εξιστορεί πως εγκατέλειψε τις σπουδές του λόγω οικονομικών δυσκολιών, γιατί δεν «άξιζε τον κόπο οι γονείς μου να ξοδεύουν τόσα χρήματα για να σπουδάζω εγώ. Δεν έβλεπα να είχε αξία αυτή η επένδυσή τους». Ως καλός καπιταλιστής, βλέπει τις ενέργειες των γονιών του, ο αθεόφοβος, ως «επένδυση» και βγάζει το συμπέρασμα ότι δεν αξίζει η «επένδυση».

Ως φοιτητής, μας πληροφορεί, ζούσε στερημένα. Επίσης φτηνό και τετριμμένο, αλλά αναγκαίο εφέ που οδηγεί (στον κατασκευασμένα κοινωνικά αποδεκτό) μύθο του «αυτοδημιούργητου»:

«Πήγαινα σε σουπερμάρκετ και τους επέστρεφα γυάλινες μπουκάλες Κόκα Κόλα και έπαιρνα 5 σεντς τη μία και αγόραζα κάτι να φάω, και περπατούσα 7 μίλια από τη μία άκρη της πόλης στην άλλη κάθε Κυριακή βράδυ για να πάρω δωρεάν ένα πιάτο καλό φαγητό που μοίραζαν σε κάποιο ναό των Χάρε Κρίσνα».

Ας αποδομήσουμε λίγο τον μύθο του «αυτοδημιούργητου καπιταλιστή». Για ποιο λόγο ένας «αυτοδημιούργητος» καπιταλιστής πρέπει να είναι πιο αποδεκτός από κάποιον, ας πούμε, κληρονόμο μιας μεγάλης επιχείρησης; Επειδή, μήπως, ο «αυτοδημιούργητος με την αξία του» απέκτησε χρήματα εκκινώντας από χαμηλότερο κοινωνικό επίπεδο; Με αυτή τη λογική γιατί να μην είναι κοινωνικά αποδεκτός ο Αλ Καπόνε, για παράδειγμα, που αποδεδειγμένα ξεκίνησε από τον κοινωνικό πάτο για να φτάσει να γίνει μεγαλοεπιχειρηματίας (έστω μαφιόζος μεγαλοεπιχειρηματίας). Τι καθιστά τον Αλ Καπόνε μη-αποδεκτό; Το γεγονός ότι δολοφονούσε μήπως; Μα αυτή είναι μια συνήθης πρακτική «αυτοδημιούργητων» και μη καπιταλιστών. Μάλιστα τα εγκλήματα της μαφίας στην πραγματικότητα ωχριούν μπροστά σε αυτά των καπιταλιστών:

«Πριν ακόμη πουλήσει το πρώτο Pinto της στη δεκαετία του 1970, η Ford Motor Company ανακάλυψε ότι το ρεζερβουάρ είχε σχε­διαστεί εσφαλμένα, γεγονός που θα είχε ως αποτέλεσμα ν’ ανα­τιναχτεί το αυτοκίνητο σε ένα δυνατό τρακάρισμα. Παρόλο που οι μελέτες της εταιρείας προέβλεπαν ότι θα συνέβαιναν περισ­σότεροι από 180 θάνατοι, τα στελέχη της υπολόγισαν ότι η ρύθ­μιση των μηνύσεων που θα υποβάλλονταν εξαιτίας των θανάτων θα ήταν πολύ φτηνότερη (49,5 εκατομμύρια δολάρια) από την επι­σκευή όλων των αυτοκινήτων που είχαν ήδη κατασκευαστεί (137 εκατομμύρια δολάρια), έτσι αποφάσισαν να πουλήσουν τα θανα­τηφόρα αυτοκίνητα. Με τον τρόπο αυτό, τα αναίσθητα διευθυντικά στελέχη ακολούθησαν απλώς το δόγμα του ιδρυτή της εταιρείας, Χένρυ Φορντ, ο οποίος κάποτε είπε: «Υπάρχει κάτι το απαραβίαστο στις μεγάλες επιχειρήσεις. Οτιδήποτε είναι οικονομικά σωστό εί­ναι και ηθικά σωστό».[4]

Όπως θα δούμε λίγο παρακάτω και ο Στιβ Τζομπς είχε βαμμένα τα χέρια του με αίμα αθώων εργαζομένων

Ωστόσο, προς το παρόν, ας επανέλθουμε στο λογύδριο-αυτοδιαφήμιση στο Στάνφορντ. Παρά την αρχική φτώχεια, υπάρχει ένα ευτυχισμένο happy end στην ιστορία του Στιβ Τζομπς, όπως θα περίμενε κανείς σε ένα καπιταλιστικό παραμύθι: στο τέλος τα αρχικά βάσανα της φτωχικής του καταγωγής αποδείχθηκαν χρήσιμα στην πορεία του προς την κορυφή του κόσμου:

«Αλλά δέκα χρόνια μετά, κοιτώντας πίσω, ήταν πλέον πολύ σαφές. Πάλι, δεν μπορείς να συνδέσεις τα σημεία κοιτώντας εμπρός. Μπορείς να το κάνεις μόνο εάν κοιτάξεις πίσω εκ των υστέρων. Έτσι, πρέπει να έχεις εμπιστοσύνη ότι τα σημεία αυτά (ή, τα σημάδια, αν θέλετε), με κάποιον τρόπο, στο μέλλον θα ενωθούν. Πρέπει σε κάτι να έχεις πίστη. Στη διαίσθησή σου, στη μοίρα σου, στη ζωή, στο κάρμα, σε οτιδήποτε. Αυτή η προσέγγιση δεν με πρόδωσε ποτέ, και έχει κάνει όλη τη διαφορά στη ζωή μου».[5]

Αυτή η πίστη στο… «να έχεις πίστη» (κυκλικό και επομένως αυταπόδεικτο!) δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Περιγράφει πως τον απέλυσαν από την Apple (1985), πως τον επαναπροσέλαβαν (1997), πως οδήγησε την εταιρεία στην κορυφή της Wall Street. Για να καταλήξει (για μια ακόμα φορά!) ότι ο ίδιος πιστεύει στην… πίστη:

«Μερικές φορές η ζωή σε χτυπάει στο κεφάλι με ένα τούβλο. Μη χάνετε την πίστη σας. Είμαι πεπεισμένος ότι το μόνο πράγμα που με κράτησε όρθιο ήταν ότι αγαπούσα πολύ αυτό που έκανα.

Πρέπει λοιπόν και εσείς να ανακαλύψετε τι πραγματικά σας αρέσει. Και αυτό αφορά και τη δουλειά που θα κάνετε, και τον σύντροφο που θα επιλέξετε στη ζωή σας. Η εργασία θα γεμίσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής σας, και ο μόνος τρόπος για να είστε πραγματικά ικανοποιημένοι είναι να κάνετε αυτό που εσείς πιστεύετε ότι είναι μια σπουδαία δουλειά. Και ο μόνος τρόπος για να κάνει κάποιος μια σπουδαία δουλειά είναι να την αγαπήσει. Εάν δεν την έχετε ανακαλύψει ακόμα, μην απογοητευθείτε. Συνεχίστε να ψάχνετε. Μην επαναπαυτείτε. Μην συμβιβαστείτε».

Σοφά λόγια…

…τόσο σοφά που σου έρχεται η διάθεση να κόψεις τις φλέβες σου από πλήξη!

Τα success stories στον καπιταλισμό, οι περιπτώσεις επιτυχημένων επιχειρηματιών όπως ο Στιβ Τζομπς (αλλά και κατά πολύ λιγότερο επιτυχημένων από αυτόν), είναι τόσο εξαιρετικά σπάνιες, τόσο δακτυλοδεικτούμενες εξαιρέσεις, που καθιστούν τις παραπάνω παραινέσεις άνευ ουσίας αερολογίες. Οι επιτυχημένοι μεγαλοκαπιταλιστές (που δεν ξεπερνούν στο συνολικό πληθυσμό μιας χώρας το 1-2%) αποτελούν εξαίρεση που θυμίζει όσους πέφτουν από αεροπλάνα με ελαττωματικά αλεξίπτωτα. Κάποιοι (ελάχιστοι) θα γλυτώσουν το θάνατο από θαύμα, αλλά η συντριπτική πλειοψηφία θα σκοτωθεί. Η προπαγάνδα θυμάται μόνο τους επιζήσαντες, ποτέ τη συντριπτική πλειοψηφία. Ξεχνιέται με άλλα λόγια η τεράστια μάζα όσων είχαν επιχειρηματικά «οράματα» του είδους του Τζομπς και, ενδεχομένως, πολύ περισσότερα επιχειρηματικά ταλέντα από τον ίδιο, αλλά απλά απέτυχαν και συντρίφτηκαν. Και φυσικά ούτε λόγος για τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων που θα μείνει σε όλη της τη ζωή μισθοσυντήρητη. Αλλά, αν η επιτυχημένη (μεγάλη) επιχειρηματική δραστηριότητα είναι τόσο σπάνια δεν μπορεί παρά να σημαίνει ένα μόνο πράγμα: η επιτυχία έχει να κάνει περισσότερο με την τύχη, στο ότι έτυχε να βρέθηκε κάποιος στις «σωστές συνθήκες» και με τους «σωστούς ανθρώπους», παρά με την ικανότητα ή τα επιχειρηματικά «οράματα».

Στη συνέχεια της ομιλίας του στο πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, ο Τζομπς αναπτύσσει τις σκέψεις του πάνω στη ζωή και το θάνατο, τόσο θλιβερά κοινότοπες που δεν αξίζει τον κόπο να αναφερθεί κανείς (το να τις διαβάσεις αποτελεί πράξη αυτοτιμωρίας…). Ωστόσο καταλήγει στο απαύγασμα της προσωπικής του σοφίας που δεν είναι άλλο από:

«Μείνε πεινασμένος. Κάνε την τρέλα σου. Αυτό ευχόμουν και εγώ πάντοτε για τον εαυτό μου. Και τώρα, καθώς αποφοιτάτε για να αρχίσετε μια καινούρια ζωή, εύχομαι και για σας το ίδιο, ακριβώς, πράγμα: Μείνετε πεινασμένοι. Κάντε την τρέλα σας».[6]

Ένα είναι σίγουρο: οι ακροατές του έμειναν, κυριολεκτικά και μεταφορικά, πεινασμένοι (αν δεν πέθαναν από βαρεμάρα)!

Η εισβολή του Πραγματικού

Ο Τζομπς φυσικά δεν έμεινε πεινασμένος ούτε μεταφορικά ούτε κυριολεκτικά. Η προσωπική περιουσία του ήταν 8,3 δισεκατομμύρια δολάρια.[7] Η χρηματιστηριακή αξία της Apple είναι 362 δισεκατομμύρια δολάρια, η εταιρεία έχει ρευστό 76 δισεκατομμύρια δολάρια τι στιγμή που το υπουργείο οικονομικών των ΗΠΑ έχει 74 δισεκατομμύρια…[8]

Πως αποκτήθηκαν αυτά τα χρήματα; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα εξαφανίζει την αγιοποιημένη εικόνα του Τζομπς και φέρνει στην επιφάνεια το πραγματικό του πρόσωπο: αυτό ενός αδίστακτου, δολοφονικού καπιταλιστή.

Τα προϊόντα της Apple, ειδικότερα τα iPads και iPhones, τα κατασκευάζει μια κινεζική εταιρεία, η Foxconn. Οι συνθήκες εργασίας στην Foxconn είναι εντελώς απάνθρωπες: εξαντλητικά ωράρια (η εταιρεία εξαναγκάζει τους εργάτες της να δουλεύουν υπερβαίνοντας στο τριπλάσιο το νόμιμο χρόνο εργασίας στην Κίνα) που έχουν οδηγήσει σε κύμα αυτοκτονιών μεταξύ των εργατών. Μόνο το 2010 στο εργοστάσιο της Foxconn στο Shenzhen αυτοκτόνησαν 10 εργάτες. Η βρετανική εφημερίδα Daily Mail περιγράφει τις συνθήκες στο εργοστάσιο:

«Αντιμετωπίσαμε ένα παράξενο, ενοχλητικό κόσμο όπου οι νέες προσλήψεις γίνονται με στρατιωτικό τρόπο, οι εργαζόμενοι διατάζονται να στέκονται προσοχή στον ύμνο της εταιρείας και διαμένουν σε στρατώνες-σπίτια όπως οι κότες -όλα αυτά για λίγο περισσότερο από 20 λίρες την εβδομάδα.

Σε ότι έχει ονομαστεί το «i-Εργοστάσιο Εφιάλτης», το σκάνδαλο επικεντρώνεται σε δύο συγκροτήματα κοντά στο Shenzhen, πριν από δύο δεκαετίες ένα μικρό ψαρολίμανο και τώρα μια πόλη 17 εκατομμυρίων ανθρώπων.

Αυτό είναι το επίκεντρο των εργασιών για την Foxconn, το μεγαλύτερο εξαγωγέα της Κίνας, η οποία παράγει προϊόντα για την Apple χρησιμοποιώντας 420000 ανθρώπους εργατικό δυναμικό στο Shenzhen. Η εταιρεία έχει 800.000 εργαζόμενους σε ολόκληρη τη χώρα.

Και καθώς ο Τζομπς μιλούσε στο Σαν Φρανσίσκο [όταν ανακοίνωσε το iPhone], νέα μέτρα παίρνονταν από την Foxconn για να αποτρέψει το σκάνδαλο των αυτοκτονιών από το να βλάψει τις πωλήσεις της Apple σε παγκόσμιο επίπεδο.

Εκπληκτικά, αυτό συνεπάγεται να εξαναγκαστούν όλοι οι εργαζόμενοι της Foxconn να υπογράψουν ένα νέο νομικά δεσμευτικό έγγραφο υποσχόμενοι ότι δεν θα αυτοκτονήσουν».[9]

Η απάντηση στις επικρίσεις του Τζομπς και της Apple ήταν να στείλουν στην Foxconn ειδικούς για την «πρόληψη των αυτοκτονιών» και για «την καλύτερη εκπαίδευση του προσωπικού, για καλύτερη επίβλεψή του ώστε να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα».[10] Επιπλέον, η Apple ζήτησε από τα εργοστάσια που παράγουν προϊόντα της οι εργαζόμενοι να μην απασχολούνται «περισσότερο των 60 ωρών την εβδομάδα»! Ωστόσο (σύμφωνα με έρευνα της ίδιας της Apple) μόνο το 57% των εργοστασίων συμμορφώθηκε με την οδηγία. Πιο πρακτική (από τις προσχηματικές παρενέσεις του Τζομπς) η Foxconn έφτιαξε ένα ατσάλινο δίχτυ ώστε να εμποδίζονται οι εργαζόμενοί της να αυτοκτονούν πέφτοντας από τα παράθυρα…

Αλλά το ξεζούμισμα των εργαζομένων του ο Τζομπς δεν το περιόριζε μόνο για τους Κινέζους, το εφάρμοζε και στο εσωτερικό της χώρας του, στις ΗΠΑ. Στα καταστήματα της Apple στις ΗΠΑ οι εργαζόμενοι δουλεύουν κατά πλειοψηφία ως part-time, εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης με πενιχρές απολαβές. Προτιμώνται οι εργαζόμενοι μέχρι τα 30 τους χρόνια ενώ απολύονται αδίστακτα όσοι υπερβαίνουν το ηλικιακό αυτό όριο. Ακόμα, ο Τζόμπς και η Apple έχουν κάνει (μυστικές φυσικά) συμφωνίες με τις άλλες εταιρείες λογισμικού να κρατούν τους μισθούς των εργαζομένων τους προγραμματιστών σε τεχνικά χαμηλά επίπεδα.[11]

Ιδού λοιπόν το «μυστικό» ενός «οραματιστή» καπιταλιστή:

Δεν υπάρχει κανένα μυστικό! Πλούσιος, διάσημος ακόμα και… «άγιος» άμα λάχει, γίνεσαι πάντοτε με τη δοκιμασμένη συνταγή:

Με το αίμα και τον ιδρώτα των άλλων…

Άγγελος Καλοδούκας ΠΗΓΗ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

All you need is love

love love love

Shush your Mouth's Blog

This is my truth, now show me yours

Stefanos Skarmintzos

Ψήγματα Ιστοριας Bits of History

jgalanis

Just another WordPress.com site

HELLYWOOD

by MiltosTr

White Shadows

Antithesis

tolmima

"Οι καιροί ου μενετοί" Θουκυδίδης

Oxtapus *blueAction

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΑ ,ΧΩΡΙΣ ΦΟΒΟ ΚΑΙ ΠΑΘΟΣ

Sotiris Lochaitis's Blog

κρίνω μόνο αυτούς που μου δίνουν το δικαίωμα

Αρέσει σε %d bloggers: